Είναι εκείνες οι ημέρες που ξεκινάνε μωβ και καταλήγουν κουρτίνες βαριές, είναι το Ντητρόιτ όπως το φαντάστηκες, σκουριασμένα σύννεφα και μόνιμο απόγευμα αλλά είναι πρωί κι είσαι στο δρόμο για το σπίτι και το χαλάκι στη πόρτα γράφει “σ’ αγαπάω” Είναι εκείνες οι ημέρες που ανεβαίνεις κάπου πέντε μέτρα στον αέρα και βλέπεις το αγόρι και το κορίτσι να κοιτάζονται να μοιράζονται ένα ηλεκτρόνιο απόσταση και το Σάββατο γίνεται Κυριακή καθώς συμπυκνώνονται χίλια Tesla σ’ ένα φιλί Επειδή είναι εκείνες οι ημέρες που ξημερώνουν πριν κοιμηθείς, είναι νωρίς κι άντε να κλείσεις τώρα μάτι, χαζεύεις ένα ξημέρωμα που σου ανήκει όσο σου ανήκει κι εκείνο το κορίτσι και είναι λίγο να είσαι μόνο μια φορά σχεδόν τριάντα αλλά ευτυχώς τίποτα δε κρατάει για πάντα
"Ένας που ήξερα φιλούσε σα να φοβόταν μη χάσει
το λεωφορείο κι ένας που ήθελα να ξέρω, σαν το άθροισμα των αριθμών της
ημερομηνίας της άλωσης της Κωνσταντινούπολης - τα φιλιά του έγραφαν
ιστορία, δηλαδή."
Χιλιάδες μοιρασμένα μα πόσα άραγε μένουν να θυμάσαι;
τα τελευταία βράδια ένα σωρό όνειρα. πόρτες ανοιχτές. πόρτες κλειστές. σκοτεινά τοπία. υγρασία. τα λόγια
μιας μεθυσμένης βραδιάς να τριγυρνάνε στο μυαλό μου. όταν κάποια στιγμή θα
είμαι μακρυά, τόσο που δε θα μ' αγγίζεις, όταν θα δεις το φωτεινό
σκοτάδι μου, ίσως να πάψεις να είσαι θυμωμένος μαζί μου. το πάρτυ
τελείωσε. σαπίλα και ένα σπασμένο φως. αυτά έμειναν. όταν θα φύγω
μακρυά. τότε.
"θα προτιμούσα να μάθω από ένα πουλί πως να τραγουδάω παρά να διδάξω δέκα χιλιάδες αστέρια πως να μη χορεύουν"
Γεννηθήκαμε μια φορά και δε γίνεται να
γεννηθούμε και δεύτερη, κι είναι βέβαιο πως δεν θα υπάρξουμε ξανά στον
αιώνα τον άπαντα. Εσύ όμως, ενώ δεν εξουσιάζεις το αύριο, αναβάλλεις την
ευτυχία για αργότερα. Κι η ζωή κυλά με αναβολές και χάνεται, κι ο
καθένας μας πεθαίνει απασχολημένος.
χαράματα. ο δρόμος καθαρός. τον ξέπλυνες. δεν άφησες τίποτα. όχι δε μιλάω σε σένα. σε όλους τους εσένα μιλώ. βήματα αργά. ασταθή. παραπατώ. σε κάθε χαραμάδα αυτού του δρόμου αφήνω κάτι από σένα. κάθετι που μου χάρισες και το πήρες πίσω το χώνω σε μια τρύπα. σε μια λακούβα με λασπωμένο νερό.
δεν ξέρω πόση ώρα έμεινα εδώ. δε με νοιάζει κιόλας. τώρα μου είναι αρκετό που σε κάθε πάτημα ανακαλύπτω κάτι καινούριο. κάτι που δεν ήξερα. είχα ξεχάσει πως είναι να μην ξέρεις. να παραπατάς και να μην αφορά κανένα τίποτα. αυτό είμαι τώρα. ξοδεύομαι. κοιτάζω ψηλά. γι' αυτά ζούμε ρε. για τη στιγμή που θ' ανάψουν όλα τα φώτα για πάρτη μας.
four in the morning... a few people walking at the tips of their toes...
strangled childish laughs and a silent wind. trees are blocking the
first sun rays. seems like you are in a play, but it's just rest. lie,
breath, rest.*
αυτή η μουσική που κρυβόταν μέσα σου και ξάφνου βγήκε. και ξάφνου ταίριαξε με κάθε μόριο του σώματός σου. όχι του σώματός σου. των συναισθημάτων σου. ξάφνου βρήκες τον άγνωστο πομπό που ήσουν δέκτης τόσο καιρό.
μπιπ μπιπ μπιπ. ξάφνου.
*your hand in mine.the garden novels.live. // photos k
για τα όλα μου. για τις στιγμές τις μαγικές μου. αυτές τις γεμάτες ποίηση. αυτές. αυτές που δίνουν νόημα σε όλα. αυτές που όταν συμβαίνουν, είναι όπως αυτά τα ζουμ της κάμερας στις ταινίες. ξέρεις μωρέ. αυτά που δείχνουν τη λεπτομέρεια, την ουσία. αυτά που σε αποτελειώνουν.
πριν λίγες μέρες είδα έναν κύριο με δυο ρολόγια. ένα στο δεξί κι ένα στ' αριστερό. καρφώθηκα. να δω την ώρα. μάντευα πως είχε κάποιον αγαπημένο σε άλλη χώρα και ήθελε να ξέρει και το εδώ και το εκεί του χρόνου. μα ξέρεις... ήταν ίδια. ίδια ώρα στο δεξί, ίδια και στο αριστερό. μη χάσει λεπτό. μη χάσει δευτερόλεπτο στην ξεγνοιασιά του άχρονου.
κι ύστερα. μια μέρα άλλη, γνώρισα έναν αστροναύτη. έναν αληθινό αστροναύτη. που έχει δει τη γη από ψηλά. που έχει δει τη γη όπως λίγη την έχουν δει. και μου είπε πως έκει πάνω κάνεις τον γύρο της γης μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. και πως μια μέρα (γήινη) μπορεί να δει 69 αυγές και 69 ηλιοβασιλέματα. πως αν ανοιγοκλείσει τα μάτια μπορεί να χάσει μια ολόκληρη ήπειρο από τη ματιά του. μου είπε πως "το μέλλον είναι δικό μας, αρκεί να τολμάμε να ονειρευόμαστε" και να πραγματοποιούμε τα όνειρά μας.
ξυπνώντας ένα πρωί. να αυτό. και ένα χαμόγελο στα χείλη μου.
το ίδιο βράδυ συνάντησα έναν πειρατή. βαρέθηκε τη θάλασσα μου είπε. ήθελε μια αλλαγή. ήθελε να βγει στη στεριά. να ζήσει λίγο αλλοιώτικα. κι αν δεν του άρεσε... "δεν έχανε και τίποτα". θα γύριζε στο νερό. στα γνώριμα τα μέρη. έτσι μου είπε. κατά λέξη.
το βράδυ του αστροναύτη... ποίηση. κι ένα πιάνο μαγικό. σε μέρος από τη φαντασία βγαλμένο. που ο σουρεαλισμός παίρνει τον ρόλο τον πρωταγωνιστικό. ένα κύριος με μια καπαρντίνα. ένας γελωτοποιός. μια ρωσίδα μουσικός με δάχτυλα μου μάγευαν το πιάνο και φωνή σαν μαγικό αυλό. να μας κρατά υπνωτίσμένους. και το κρασί να ρέει άφθονο. ένα γλυκό μεθύσι.
και τη στιγμή που ανοίγω το γραμματοκιβώτιο και -για αλλαγή- δε βρίσκω λογαριασμούς αλλά λέξεις και σκέψεις φίλων γραμμένες στο χαρτί... λέξεις ταξιδεμένες στον αέρα και στη θάλασσα, λέξεις γραμμένες με μελάνι αληθινό, με τίποτα δεν την αλλάζω.
μέσα στη σαπίλα υπάρχει ζωή. ευτυχώς.
* σε φόρτωσα το ξέρω. αφού όμως δε μ' ακούς στα γράφω. χα! 1+1/12 // photos k *except the first one
Κρύο ταξίδι κάναμε. Η χειρότερη εποχή του χρόνου για ταξίδι. Και τι μακρύ ταξίδι. Οι δρόμοι αδιάπατοι, ο καιρός αψύς στην καρδιά του χειμώνα. Και οι γκαμήλες ταλαίπωρες, κουτσές, δύστροπες, έπεφταν κάτω στο λιωμένο χιόνι. Ήταν φορές που νοσταλγήσαμε τα καλοκαιρινά παλάτια στις πλαγιές, τα περιβόλια, τα μεταξένια κορίτσια που μας έφερναν δροσοστικά. Και οι αγωγιάτες έβριζαν, γκρίνιαζαν και φεύγανε κρυφά για το κρασί και για το γλέντι. Και οι φωτιές σβυστές, κι ούτε μια σκέπη. Οι πόλεις εχθρικές και τα χωριά αφιλόξενα, τα σπίτια βρώμικα-μας έκλεβαν στο νοίκι-. Σκληρό ταξίδι κάναμε. Στο τέλος προτιμούσαμε να ταξιδεύουμε όλη νύχτα και να κοιμόμαστε κλεφτά.Και οι φωνές στ' αυτιά μας τραγουδούσαν κι έλεγαν πως όλα αυτά ήταν τρέλες. Το ξημέρωμα φτάσαμε σε μια ήμερη πεδιάδα, χλωρή, βρεμμένη παρακάτω από τα χιόνια, μ' ένα ρυάκι που έτρεχε κι έναν νερόμυλο που χτυπούσε στο σκοτάδι και τρία δέντρα στον χαμηλωμένον ουρανό κι ένα άσπρο, γέρικο άλογο που κάλπαζε μες στο λειβάδι. Ύστερα φτάσαμε σε μια ταβέρνα που την ίσκιωνε κληματαριά. Έξι χέρια σε μια ανοιχτή πόρτα που γύρευαν ασήμι και πόδια που κλωτσούσαν τ' άδεια ασκιά. Μα κανένας δεν ήξερε τίποτε. Έτσι τραβήξαμε και φτάσαμε νύχτα, την τελευταία ώρα βρήκαμε τον τόπο, και ήταν, θα 'λεγε κανείς, επιτυχία. Αυτά είναι όλα παλαιές ιστορίες, παλαιές αναμνήσεις και θα πήγαινα ξανά, μα ένα δεν ξέρω, ένα δεν ξέρω. Κάναμε τόσον δρόμο για γέννα ή θάνατο; Βρήκαμε μια γέννα, αυτό είναι σίγουρο, άλλωστε ήξερα να ξεχωρίζω. Θα πίστευα πως ήτανε άλλο πράμα. Ήταν η γέννηση τούτη, σκληρή, πικρή αγωνία σα θάνατος. Σαν το δικό μας θάνατο. Γυρίσαμε στα παλάτια μας, σε τούτα τα βασίλεια, όχι πια βολεμένοι στα παλιά προνόμια.Έναν ξένο λαό που λάτρευε τα είδωλά του. Θα προτιμούσα άλλον έναν τέτοιο θάνατο.
I carry your heart with me (I carry it in my heart) I am never without it (anywhere I go you go, my dear; and whatever is done by only me is your doing, my darling)
I fear no fate (for you are my fate, my sweet) I want no world (for beautiful you are my world, my true) and it's you are whatever a moon has always meant and whatever a sun will always sing is you.
Here is the deepest secret nobody knows (here is the root of the root and the bud of the bud and the sky of the sky of a tree called life; which grows higher than the soul can hope or mind can hide) and this is the wonder that's keeping the stars apart. I carry your heart (I carry it in my heart).
πήρα τους δρόμους παγανιά και τη ζωή σεργιάνι κακό να κάνω στους κακούς που εσύ μονάχα τους ακούς μα ο νους σου δεν τους βάνει
Στην ξενιτιά που 'χα βρεθεί με το 'να χέρι στο σπαθί και τ' άλλο στο βαγγέλιο είδα μανάδες κι ορφανά κι είπα το δάκρυ που πονά να τους το κάνω γέλιο
Μα τώρα που έφτασε η στιγμή να κλείσουν οι λογαριασμοί ποιος τάχα θα μπορέσει να δει πως είχα μια καρδιά σαν της αγάπης τα παιδιά και να με συγχωρέσει;